Τρία από τα ωραιότερα κτίρια της παλιάς Λευκωσίας είναι χτισμένα γύρω από ανοιχτές αυλές. Νότια της Πράσινης Γραμμής βρίσκεται το αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, που χτίστηκε το 1793 και στεγάζει το Εθνολογικό Μουσείο, αλλά είναι κλειστό για τους επισκέπτες από την 1η Σεπτεμβρίου 2026. Ακριβώς βόρεια από το σημείο διέλευσης της οδού Λήδρας, σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου με τα πόδια από το αρχοντικό, βρίσκονται τα δύο οθωμανικά καραβανσεράγια της πόλης, το Μπουγιούκ Χαν του 1572 και το μικρότερο Κουμαρτζιλάρ Χαν.
Ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος ήταν ο πιο εξέχων δραγουμάνος της Κύπρου: επί τριάντα χρόνια, από το 1779, υπήρξε ο επίσημος διερμηνέας και μεσολαβητής ανάμεσα στους Οθωμανούς άρχοντες του νησιού και στον λαό του. Ο τίτλος αυτός ήταν ένας από τους πιο περίβλεπτους που έδιναν οι Οθωμανοί σε ντόπιους χριστιανούς και τον έκανε πλούσιο και ισχυρό, ώσπου οι εχθροί του πέτυχαν να αποκεφαλιστεί στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Μαρτίου 1809. Το ίδιο το αξίωμα καταργήθηκε το 1821, με την Ελληνική Επανάσταση. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων χαρακτηρίζει το σπίτι του ως το σημαντικότερο σωζόμενο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής του τελευταίου αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας στην παλιά Λευκωσία.
Το σπίτι είναι διώροφο, χτισμένο από ντόπιο λαξευτό ψαμμίτη γύρω από μια αυλή με κήπο, συντριβάνι και ιδιωτικό χαμάμ τριών χώρων, ενώ σε μια μαρμάρινη πλάκα στον χώρο της εισόδου διακρίνονται το μονόγραμμα του ιδιοκτήτη και η χρονολογία. Στο ισόγειο βρίσκονταν τα δωμάτια των υπηρετών και η κουζίνα, και μια στεγασμένη ξύλινη σκάλα πάνω σε πέτρινη βάση ανεβαίνει από την αυλή στη σάλα του πρώτου ορόφου. Στο τέλος της ανατολικής πτέρυγας βρίσκεται ο οντάς, η επίσημη αίθουσα υποδοχής, του οποίου ο σκαλιστός, επίχρυσος και ζωγραφιστός ξύλινος διάκοσμος μπορεί να συγκριθεί με εκείνον των αιθουσών υποδοχής στα αρχοντικά ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα έπιπλα δεν προέρχονται από την ίδια την οικογένεια: χρονολογούνται από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και τα δώρισε ο τελευταίος ιδιοκτήτης. Η αναστήλωση του σπιτιού από το Τμήμα Αρχαιοτήτων τιμήθηκε το 1988 με βραβείο Europa Nostra.
Το μουσείο βρίσκεται στην οδό Πατριάρχου Γρηγορίου 20, κοντά στην Αρχιεπισκοπή, στην ενορία Αγίου Αντωνίου, όπου παραδοσιακά ζούσαν οι εύπορες οικογένειες της ελληνικής κοινότητας. Είναι κλειστό για το κοινό από την 1η Σεπτεμβρίου 2026, μέχρι νεωτέρας, λόγω τεχνικών προβλημάτων, οπότε, πριν πάτε, ενημερωθείτε από το Visit Cyprus ή από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Όταν ανοίξει ξανά, η είσοδος θα είναι δωρεάν και, σύμφωνα με το δημοσιευμένο ωράριο, θα λειτουργεί από Τρίτη έως Παρασκευή, 08:30 έως 15:30, και το Σάββατο, 09:30 έως 16:30, ενώ τις Κυριακές, τις Δευτέρες και τις δημόσιες αργίες θα είναι κλειστό. Το σπίτι δεν είναι προσβάσιμο σε αναπηρικά αμαξίδια, και ο αριθμός τηλεφώνου είναι +357 22 305316.
Από το αρχοντικό ως το σημείο διέλευσης της οδού Λήδρας, που βρίσκεται στο βόρειο άκρο του δρόμου και είναι ανοιχτό μόνο για πεζούς, η απόσταση είναι περίπου 660 μέτρα, δηλαδή εννέα λεπτά με τα πόδια. Το Μπουγιούκ Χαν και το Κουμαρτζιλάρ Χαν βρίσκονται στην άλλη πλευρά, στο κατεχόμενο από την Τουρκία βόρειο τμήμα, οπότε για να τα επισκεφθείτε πρέπει να περάσετε από εκεί με το διαβατήριό σας· οι πολίτες της ΕΕ, του ΕΟΧ και της Ελβετίας μπορούν να χρησιμοποιήσουν εθνικό δελτίο ταυτότητας αντί για διαβατήριο.
Το Μπουγιούκ Χαν, το Μεγάλο Χάνι, είναι το μεγαλύτερο καραβανσεράι της Κύπρου. Οι Οθωμανοί το έχτισαν το 1572, έναν χρόνο αφότου πήραν το νησί από τους Βενετούς, με πρότυπο το Κοζά Χαν της Προύσας, και αρχικά ονομαζόταν Γενί Χαν, δηλαδή Νέο Χάνι. Το όνομα Μεγάλο Χάνι το πήρε τον 17ο αιώνα, αφού είχε χτιστεί κοντά του το μικρότερο Κουμαρτζιλάρ Χαν. Λειτούργησε ως Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας επί βρετανικής διοίκησης, από το 1892 έως το 1903, έπειτα ξανά ως χάνι μέχρι το 1947 και ως φτηνό κατάλυμα για φτωχές οικογένειες από το 1947 έως το 1962. Το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990 βρισκόταν υπό αναστήλωση.
Το χάνι είναι σχεδόν τετράγωνο, περίπου 51 επί 45 μέτρα, με 68 δωμάτια σε δύο επίπεδα πίσω από στοές με σταυροθόλια: τα δωμάτια του ισογείου προορίζονταν για το εμπόριο και τα επάνω για τη διαμονή, και κάθε δωμάτιο έχει τζάκι με εξαγωνική ή οκταγωνική πέτρινη καμινάδα. Στη μέση της αυλής υψώνεται ένα μικρό τέμενος με κρήνη για τις τελετουργικές πλύσεις, τύπος που συναντάται και σε χάνια της Ανατολίας, όπως το Κοζά Χαν. Το Εβκάφ, το τουρκοκυπριακό θρησκευτικό ίδρυμα, νοικιάζει τα δωμάτια με τον όρο ότι οι ενοικιαστές θα πουλούν μόνο ό,τι φτιάχνουν οι ίδιοι, οπότε τα περισσότερα καταστήματα είναι εργαστήρια χειροτεχνίας, ενώ στην αυλή υπάρχουν καφετέριες. Η κύρια πύλη ανοίγει ανατολικά προς την πλατεία Ασμάαλτι, περίπου 275 μέτρα ή τέσσερα λεπτά με τα πόδια από το σημείο διέλευσης της οδού Λήδρας. Τα ωράρια των καταστημάτων και των καφετεριών διαφέρουν.
Το Κουμαρτζιλάρ Χαν, το Χάνι των Χαρτοπαικτών, βρίσκεται σε μικρή απόσταση με τα πόδια, στην οδό Ασμάαλτι. Πιστεύεται ότι χρονολογείται από τα τέλη του 17ου αιώνα και είναι πολύ μικρότερο και λιτότερο: διώροφο, γύρω από μια ανοιχτή αυλή, αρχικά με 56 δωμάτια, με τους ταξιδιώτες στον επάνω όροφο και τα ζώα και τα εμπορεύματά τους στο ισόγειο. Η έλλειψη χρημάτων καθυστέρησε επί χρόνια τη διάσωσή του, όμως ως τον Ιανουάριο του 2018 είχε αναστηλωθεί πλήρως, και σήμερα στεγάζει ένα καφέ-εστιατόριο και μικρά καταστήματα με τοπικά προϊόντα. Το Σελιμιγιέ, ο άλλοτε καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας, βρίσκεται περίπου 170 μέτρα ανατολικά από το Μπουγιούκ Χαν: ο οδηγός μας για τα ιστορικά τζαμιά της Κύπρου αναφέρει τους κανόνες για την επίσκεψή του, και ο οδηγός μας για τα οθωμανικά χαμάμ της Λευκωσίας παρουσιάζει το Μπουγιούκ Χαμάμ, στην ίδια συνοικία.
Σκέφτεστε να μετακομίσετε στη Λευκωσία; Η βοήθεια μετεγκατάστασης που προσφέρουμε αναλαμβάνει την άδεια παραμονής, την εγγραφή στο ΓεΣΥ και την υπόλοιπη γραφειοκρατία.